Η ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΔΑΣΚΑΛΟΠΟΥΛΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ

Με μεγάλη χαρά, αναρτούμε ολόκληρη την ομιλία του κ. Δημήτρη Δασκαλόπουλου από την πρόσφατη αφιερωματική μας εκδήλωση για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Μανόλη Αναγνωστάκη.

Αν και σπάνια δημοσιεύουμε κείμενα τέτοιου μεγέθους, η σημασία και το βάθος της ανάλυσης του βιβλιογράφου και κριτικού είναι τέτοια που δεν θα μπορούσαμε να την κρατήσουμε μόνο για τους παρευρισκομένους.

Είμαστε βέβαιοι ότι πολλοί από εσάς θα θέλατε να διαβάσετε την εμπεριστατωμένη αυτή προσέγγιση στο έργο του ποιητή.

 

Ο ποιητής Μανόλης Αναγνωστάκης
Τα χρόνια 1941-1971
Όσοι αγαπούν την ποίηση και τιμούν τον ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη γιορτάζουν τη φετινή χρονιά, πάντως χωρίς συμμετοχή του Υπουργείου Πολιτισμού, τα 100 χρόνια από τη γέννησή του. Το συνολικό έργο του και η δημόσια παρουσία του έχουν εμπεδωθεί στην κοινή συνείδηση. Δεν χρειάζεται να περιγράψω την πολύ γνωστή σε όλους μας συμπεριφορά του απέναντι στα πιστεύω του, όπως και τους ισόβιους αγώνες του για ό,τι θεωρούσε ο ίδιος τίμιο και σωστό. Η παρουσία του ανάμεσά μας ακολούθησε αταλάντευτη πορεία με ήθος και συνέπεια. Θα αναφερθώ στη συνέχεια στις απαρχές και στην πρόοδο της ποιητικής δημιουργίας του, ανατρέχοντας συχνά στα δικά του κείμενα και στις κατά καιρούς δηλώσεις του, όπως έχουν αποτυπωθεί στα βιβλία και στις συνεντεύξεις του. Το χρονικό πλαίσιο των ετών 1941-1971 δηλώνει, αφενός την αφετηρία της ενασχόλησής του με τα λογοτεχνικά πράγματα και, αφετέρου την ολοκλήρωση του κυρίως έργου του με την έκδοση το 1971 του συγκεντρωτικού τόμου Ποιήματα 1941-1971. Λέγοντας «το κυρίως έργο του», δεν υποτιμώ καθόλου τα πεζόμορφα ποιήματα της συλλογής Το Περιθώριο ’68-’69, ούτε βεβαίως το εκπληκτικό ΥΓ., δύο βιβλία που εκδόθηκαν μετά τη συγκεντρωτική έκδοση και δεν έχουν μέχρι σήμερα συσσωματωθεί στο corpus του έργου του. Εκτός των άλλων, θεωρώ ότι τα χρόνια της απριλιανής δικτατορίας συνιστούν τομή τόσο στο έργο και την παρουσία του ποιητή όσο και στη γενικότερη πνευματική ζωή του τόπου. Εξ άλλου, η περιβόητη και συχνά άκριτα σχολιασμένη «σιωπή» του Αναγνωστάκη –που δεν ήταν παρά αποχή του από την γραφή νέων ποιημάτων- αποτέλεσε μια πράξη εντιμότητας. Ο ίδιος το είχε δηλώσει πολύ καθαρά: «Το ’71 ουσιαστικά σταματάει η ποιητική μου παραγωγή. Δεν γράφω καθόλου ποιήματα. Δεν αισθάνομαι την ανάγκη να γράψω ποιήματα, καθόλου. Συνεχίζω όμως εντατικά την πνευματική μου προσφορά με δοκίμια, με άρθρα, με ορισμένες μελέτες, με πολιτική δράση –αυτό που εγώ θεωρώ δημόσια παρέμβαση». Η δημόσια παρέμβασή του εκφράστηκε με ποικίλους τρόπους. Καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980 αρθρογράφησε συστηματικά στην εφημερίδα Η Αυγή και σποραδικά σε άλλα έντυπα, συμμετείχε σε δημόσιες εκδηλώσεις, παρενέβη σε πολιτικές συζητήσεις και εκτέθηκε ως υποψήφιος βουλευτής, όντας βέβαιο πως δεν επρόκειτο να εκλεγεί. Για λόγους συντομίας, δεν θα αναφερθώ στο κριτικό και δοκιμιακό του έργο, συγκεντρωμένο σε τρεις τόμους (Υπέρ και Κατά 1965, Αντιδογματικά  και Τα Συμπληρωματικά, αμφότερα 1985)ꞏ ούτε στη σατιρική πλευρά του, όπως εκδηλώθηκε στις σελίδες του Μανούσου Φάσση και όχι μόνον. Θα εξετάσω πώς και κάτω από ποιες συνθήκες άρχισε να ασχολείται με τη λογοτεχνία ο ποιητής, και με ποιους τρόπους κατάφερε να διαμορφώσει και να μας καταστήσει οικείο το έργο του. Έτσι κι αλλιώς, καθένας που ασχολείται με τη λογοτεχνική γραφή, πέρα από το πιθανώς προσωπικό ύφος και ήθος που διαθέτει, είναι σε μεγάλο μέρος γέννημα της εποχής του.
Ο πατέρας του Ανέστης Αναγνωστάκης ήταν γιατρός, με καταγωγή από τα Ρούστικα του Ρεθύμνου, όπου και το οικογενειακό σπίτι των Αναγνωστάκηδων που έχει μετατραπεί σήμερα σε επισκέψιμο Μουσείο, με φροντίδα του Ομίλου Φίλων Αναγνωστάκη, με έδρα αυτό το μικρό χωριό, και οργανώνει κάθε τόσο ποικίλες πνευματικές εκδηλώσεις. Ο ποιητής ήταν μοναχογιός με δύο αδερφές, τη Μαρία και την περισσότερο γνωστή θεατρική συγγραφέα Λούλα. Όπως έχει γράψει ο ίδιος, όταν ήταν παιδί ο πατέρας του τον προμήθευε με βιβλία, έως ότου ο ποιητής ανακάλυψε γύρω στα 1938 την ύπαρξη της Νέας Εστίας. Αργότερα ένας θείος τού πρόσφερε δεμένους όλους τους έως τότε τόμους του περιοδικού. «Και μπορώ να πω», θα δηλώσει μετά από χρόνια,  «ότι την ξέρω απ’ έξω τη Νέα Εστία εκείνης της εποχής ως το ’40, την ξέρω απ’ έξω. Ποιήματα, διηγήματα, δοκίμια, διάβαζα τα πάντα, την ξεκοκάλιζα». Στα μαθητικά του χρόνια εντάχθηκε υποχρεωτικά στη νεολαία του Μεταξά, πράξη που του έδωσε την άνεση, όπως λέει, να παρακολουθεί ό,τι τον ενδιέφερε: το ποδόσφαιρο, τον κινηματογράφο (με εισιτήρια δωρεάν που παραχωρούσε η Νεολαία), και το εξωσχολικό διάβασμα. Όπως είναι πλέον γνωστό από χρόνια, η πρώτη φορά που είδε ο Αναγνωστάκης το όνομά του τυπωμένο σε έντυπο ήταν στις 16 Ιανουαρίου 1941, όταν η αθηναϊκή εφημερίδα Νέος Κόσμος δημοσίευσε το νεανικό ποίημά του «Μολών λαβέ», που υμνούσε τον πόλεμο του ’40, με πολύ εγκωμιαστικά σχόλια για τον τότε μαθητή. Το 1942 είναι ήδη φοιτητής, και μάλιστα στο Φυσικό Τμήμα, επειδή δεν είχε ακόμη ιδρυθεί η Ιατρική Σχολή στη Θεσσαλονίκη, στην οποία θα μεταπηδήσει την επόμενη χρονιά. Οι καιροί είναι δίσεκτοι, Κατοχή, πείνα και φόβος. Παρά ταύτα, είναι άκρως εντυπωσιακοί οι ποικίλοι συνασπισμοί της νεολαίας εκείνη την περίοδο. Αυτά ακριβώς τα χρόνια συντελείται ο πολιτικός προσανατολισμός του προς την Αριστερά. Με τη γνωστή υποδόρια ειρωνεία και το χιούμορ που τον διέκρινε, έχει περιγράψει τις αρχές της προσωπικής του πολιτικοποίησης κατά τα παιδικά του χρόνια, σ’ ένα κείμενό του που επιγράφεται «Ο Ιωάννης Μεταξάς και εγώ…». Παραθέτω ένα απόσπασμα: «Το καλοκαίρι του 1936 ήμουνα έντεκα χρονών και ετοιμαζόμουνα για εξετάσεις να μπω στο Γυμνάσιο. Παραθερίζαμε σ’ ένα ορεινό χωριό της Κρήτης, όταν ένα βράδυ στο καφενείο όπου καθόμουνα με τον παππού μου και παρακολουθούσα την πρέφα, ήρθε η είδηση ότι ο Μεταξάς κήρυξε δικτατορία στην Αθήνα με τον βασιλιά, και ότι πιάνανε κόσμο και κοσμάκη και τον βάζανε στη φυλακή. Ο παππούς μου χτύπησε με  λύσσα το μπαστούνι του στο πάτωμα και βόγγηξε σχεδόν: ‘‘Αχ κερατάδες, τώρα που πέθανε ο Λευτέρης [Βενιζέλος], βρίσκετε και κάνετε’’. Εγώ τινάχτηκα όρθιος, ανέβηκα σε μια καρέκλα και μπροστά στο έκπληκτο ακροατήριο φώναξα ηρωικά και απελπισμένα: Ζήτω το Παλλαϊκό Μέτωπο! Ήταν η πρώτη και για πάρα πολλά χρόνια η τελευταία πολιτική πράξη της ζωής μου».
Το 1944, με απόφαση της Διοικούσας Επιτροπής του Εκπολιτιστικού Ομίλου του Πανεπιστημίου (ΕΟΠ) Θεσσαλονίκης, στην οποία συμμετείχαν γνωστοί και έγκριτοι καθηγητές, όπως ο Γιάννης Ιμβριώτης, ο Απόστολος Βακαλόπουλος κ.ά., άρχισε να κυκλοφορεί στη Θεσσαλονίκη το περιοδικό Ξεκίνημα. Η ενεργή ανάμειξη πανεπιστημιακών δασκάλων πρόσφερε την απαραίτητη κάλυψη για τη νομιμότητα της έκδοσης στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής. Δεν επρόκειτο για ένα απλό φοιτητικό βήμαꞏ πίσω  από την έκδοση  βρισκόταν η οργάνωση της ΕΠΟΝ. Ήταν  μια προσπάθεια να εκφραστούν οι ανθρωπιστικές ιδέες της Αριστεράς σε πνευματικά και λογοτεχνικά θέματα. Ο ποιητής, μόλις δεκαεννέα ετών, ορίστηκε αρχισυντάκτης. Το Ξεκίνημα, «Δεκαπενθήμερο λογοτεχνικό κι’ επιστημονικό  περιοδικό του Εκπολιτιστικού Ομίλου Πανεπιστημίου» κατά τον υπότιτλό του, κυκλοφόρησε από τις αρχές του 1944 έως τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, με δώδεκα συνολικά τεύχη εκ των οποίων τα τρία με διπλή αρίθμηση. Αυτή η ασυνέπεια στην τακτική κυκλοφορία οφείλεται στις συνθήκες της αγοράς την εποχή εκείνη, εννοώ τη δυσκολία ανεύρεσης του απαραίτητου χαρτιού, τη συνεχή υποτίμηση της δραχμής, καθώς και την ευνόητη δυσχέρεια να συγκεντρώνονται τα χρήματα για την έκδοση κάθε τεύχους. Μετείχαν ενεργά  οι  Θανάσης Παπαδόπουλος, Γιώργος Καφταντζής, Ηλίας Γαργάλας, Θανάσης Φωτιάδης, Κλείτος Κύρου, Πάνος Θασίτης, Αριστόβουλος Μάνεσης. Ο ρόλος του Αναγνωστάκη στο διάστημα αυτό ήταν πολυσχιδής. «Εκτός από την ευθύνη της αρχισυνταξίας, γράφει και μεταφράζει ποίηση, επιλέγει τη λογοτεχνική ύλη του περιοδικού, σχολιάζει την πνευματική επικαιρότητα, κρίνει νέες εκδόσεις, ενώ είναι υπεύθυνος και για τη στήλη αλληλογραφίας». Στο Ξεκίνημα θα δημοσιευτεί το ποίημά του «Απροσδιόριστη χρονολογία», που θα ενταχθεί στην πρώτη συλλογή του Εποχές το 1945.

Ταυτόχρονα, κατά το διάστημα 1941-1944 ταχυδρομεί ποιήματά του στη Νέα Εστία και στα Πειραϊκά Γράμματα, για να λάβει κατά κανόνα αρνητικές απαντήσεις. Παραθέτω μερικές: «Εις τον ‘‘Θάνατον της ρίμας’’ την εκηδεύσατε, αλλ’ εις τα ‘‘Δύο κυπαρίσσια’’ δεν εφροντίσατε να την αναπληρώσετε. Η ρίμα διευκολύνει πολύ τους αρχαρίους» (Νέα Εστία, 1941). «Απήχησις γνωστών απόψεων και στεναγμών. Ελευθερωθείτε από τας επιδράσεις και προσπαθήστε να δώσετε κάτι προσωπικό, κάτι δικό σας» (ό.π., 1941).  «Μας συγκινούν ο ενθουσιασμός και οι από παντού εκδηλώσεις των νέων φίλων μας, μεταξύ των οποίων σας χαιρετίζουμε. Η εντύπωσή μας γενικά ενθαρρυντική για τους στίχους σαςꞏ αξία προσοχής και φυσικά καλλιέργειας, έξω από επιδράσεις, είναι η διάθεση της λυρικής και βαθύτερ’ ανθρώπινης ειρωνείας σαςꞏ προσέχετε όμως  μη σας παρασύρουν οι άμεσες αναφορές του θέματος, αλλά η συγκίνησή του να σας εμπνέει» (Πειραϊκά Γράμματα, 1942). Τον Σεπτέμβριο του 1942 δημοσιεύεται επιτέλους στα Πειραϊκά Γράμματα ένα ποίημά του, αυτό που φέρει ως τίτλο δύο χρονολογίες «1870-1942», και το οποίο δεν έχει περιληφθεί από τον ποιητή, μαζί με μερικά άλλα, στο  corpus του ποιητικού του έργου. Μετά από χρόνια θα ενταχθεί στο βιβλίο του για τον Μανούσο Φάσση. Το διαβάζω, προκειμένου να επισημάνω την αγάπη και την προσήλωση του Αναγνωστάκη στην παραδοσιακή μας ποίηση, όπως απέδειξε και η ανθολογία που συγκρότησε το 1990 με τίτλο Η Χαμηλή Φωνή, Τα λυρικά μιας περασμένης εποχής στους παλιούς ρυθμούς.

1870-1942
Απόψε, όπως καθόμαστε, μια διάθεση ρομαντική
δεν ξέρω πώς, στην ίδια όλους μάς συνεπήρε δίνη.
«Πανσέληνος», το ημερολόγιο έγραφε: λέξη μαγική!
και ξαπλωμένοι, ο ένας κοντά στον άλλο, είχαμε μείνει
και το ρολόι στο χέρι μας πρόσμενε τη σελήνη.

Κι’ εκείνη εφάνη κάποτε, πίσω από τα σκιερά βουνά
και της κιθάρας το απαλό την υποδέχτη χάδι.
Ένας εστέναξε βαθιά, κάποιος άλλος ζητούσε να
δακρύσει, όπως εταίριαζε στο διάφανο σκοτάδι
και τρίτος εψιθύριζε στίχους του Βασιλειάδη.

Όταν διακόπηκε η έκδοση του Ξεκινήματος, ένα  άλλο περιοδικό πήρε τη θέση του, Ο Φοιτητής, με πολύ σύντομη κι αυτό κυκλοφορία και με τους ίδιους συνεργάτες, αλλά υπό σταλινική θα έλεγα διεύθυνση, δεδομένου ότι είχε συντελεστεί η απελευθέρωση.  Εδώ θα δημοσιεύσει ο Αναγνωστάκης το πολύ γνωστό ποίημά του «Χάρης 1944», που θα περιλάβει στην πρώτη ποιητική συλλογή του Εποχές το 1945. Οι Εποχές ήταν μια ολιγοσέλιδη συλλογή με μόλις δεκαπέντε ποιήματα, γραμμένα στο διάστημα 1941-44, χωρίς αρίθμηση σελίδων και χωρίς κολοφώνα, αλλά «με δύο σχέδια του Τάκη Αλεξανδρίδη», που έγινε δεκτή από την κριτική εκείνης της περιόδου με συμβατικά σχόλια. Όπως έχει γράψει ο ποιητής, επρόκειτο για μιαν έκδοση σχεδόν εκτός εμπορίου, που δόθηκε τυπικά σε ένα δυο βιβλιοπωλεία, και τούτο δεν οφειλόταν σε λόγους σεμνότητας ή επιφύλαξης για την αξία των ποιημάτων που περιλάμβανε. Η αιτία ήταν διαφορετική. Το βιβλίο δεν ήταν εναρμονισμένο, όπως γράφει,  «με την αντίληψη που επικρατούσε τότε για το τι είναι ποίηση και το τι προορισμό έχει η ποίηση. Εννοώ, δηλαδή, αυτά που κυκλοφορούσαν στο κλίμα γενικότερα της εποχής, ότι η ποίηση πρέπει να εξυπηρετεί τα συμφέροντα του λαού, να υμνεί τα κατορθώματα της Εθνικής Αντίστασης, να είναι στρατευμένη κ.τ.λ. Λοιπόν τα δικά μου ποιήματα δεν είχαν καν τη λέξη αντάρτης, ούτε τη λέξη αντίσταση, ούτε τη λέξη Κατοχή, ούτε τη λέξη φασισμός κ.τ.λ. […] Κάπου θα άκουγα αντιρρήσεις, αντιδράσεις, ειρωνείες ίσως  -και άκουσα βέβαια. Γιατί τα περισσότερα ποιήματα της συλλογής ήταν ποιήματα ερωτικά μάλλον, είχαν βέβαια έναν αέρα ας πούμε της Κατοχής, αλλά δεν είχαν αυτόν τον αέρα που ήθελε η εποχή».

Το 1945 και πάλι γίνεται μέλος του ΚΚΕ, ενώ την επόμενη χρονιά θα διαγραφεί αναπολόγητος από το κόμμα κατηγορούμενος για τροσκίζουσες, οπορτουνιστικές, ηττοπαθείς αντιλήψεις. Τον Αύγουστο του 1948 συλλαμβάνεται, μαζί με άλλους 68, για συνωμοτική δράση  ως στέλεχος της παράνομης πλέον ΕΠΟΝ και φυλακίζεται στο Επταπύργιο, το γνωστό Γεντί Κουλέ. Ενώ βρίσκεται στη φυλακή, τυπώνεται την ίδια χρονιά στις Σέρρες, με φροντίδα του φίλου του Γιώργου Καφταντζή σε μόλις 100 αντίτυπα και εκτός εμπορίου, η συλλογή του Εποχές 2. Το 1949 αρχίζει ενώπιον του εκτάκτου στρατοδικείου η δίκη των συλληφθέντων, και ο Αναγνωστάκης καταδικάζεται σε θάνατο, χωρίς να επικαλεστεί ως πιθανό στοιχείο επιείκειας τη διαγραφή  του από το κόμμα. Το 1950 αποφυλακίζεται, μετά τη μετατροπή της ποινής αρχικώς σε ισόβια και, εν συνεχεία, σε διετή φυλάκιση που  είχε ήδη συμπληρώσει.

Παραθέτω μερικά ακόμη εκδοτικά στοιχεία, για να τα σχολιάσω στη συνέχεια. Το 1951 τυπώνεται εκτός εμπορίου η συλλογή Εποχές 3ꞏ το 1954 τυπώνεται για πρώτη φορά στην Αθήνα Η Συνέχεια, πάλι σε 100 αντίτυπα εκτός εμπορίουꞏ το 1956 κυκλοφορεί  η πρώτη συγκεντρωτική έκδοση των έως τότε ποιημάτων του,  με χρονολογική ένδειξη 1941-1956, στην οποία εντάσσονται οι έως τότε ανέκδοτες ενότητες Παρενθέσεις και Η Συνέχεια 2. Το 1962 εκδίδεται Η Συνέχεια 3 και το 1971 τυπώνεται στη Θεσσαλονίκη νέα συγκεντρωτική με την σταθερή έκτοτε χρονολογική ένδειξη Ποιήματα 1941-1971, στις σελίδες της οποίας καταχωρείται για ευνόητους λόγους η ακόλουθη δήλωση του ποιητή: «Το βιβλίο αυτό δεν υπόκειται εις την κρίσιν  Επιτροπής Κρατικών Βραβείων ή άλλου κρατικού οργανισμού». Εδώ δύο σχόλια. Το πρώτο αφορά την επιμονή του ποιητή να θέτει τον ίδιον τίτλο στις συλλογές του, με μόνη διαφοροποίηση την αριθμητική ένδειξη: Εποχές, Εποχές 2, Εποχές 3. Η Συνέχεια, Η Συνέχεια 2, Η Συνέχεια 3. Ασφαλώς δεν πρόκειται για αδυναμία να βρεθεί διαφορετικός τίτλος κάθε φορά. Τα τρία βιβλία με τον τίτλο Εποχές αποτελούν έναν κύκλο και αναφέρονται στα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου, ενώ οι Συνέχειες περιέχουν ποιήματα γραμμένα στα επόμενα, ειρηνικά υποτίθεται,  χρόνια. Το φαινόμενο δεν είναι σπάνιο. Έχουμε π.χ. τον Σεφέρη με το επαναλαμβανόμενο Ημερολόγιο Καταστρώματος, τον Τίτο Πατρίκιο με την Μαθητεία και την Μαθητεία ξανά, τον Δημήτρη Παπαδίτσα, την Μαντώ Αραβαντινού και άλλους που σε κάθε βιβλίο τους επαναλαμβάνουν έναν αρχικό τίτλο με κάποια ελαφρά διαφοροποίηση. Ο κάθε ποιητής με αυτούς τους επίμονους τίτλους καταθέτει τις εμπειρίες του, καταθέτει μια μαρτυρία για την εποχή του και τα προβλήματά της. Το δεύτερο σχόλιο έχει να κάνει με τον αριθμό αντιτύπων στον οποίον εκδίδονταν τα βιβλία του Αναγνωστάκη. Κάποτε σε μόλις 100 αντίτυπα και συχνά  εκτός εμπορίου. Μόνον η πρώτη συγκεντρωτική έκδοση του 1956 τυπώθηκε σε 650 αντίτυπα και Η Συνέχεια 3 σε 600.  Και εδώ το γεγονός δεν είναι σπάνιο. Τα βιβλία του Σεφέρη, του Τάκη Σινόπουλου και άλλων πολύ γνωστών σήμερα ποιητών μας είχαν ανάλογο αριθμό τιράζ στις πρώτες εκδόσεις τους. Να σημειώσω, τέλος, εδώ πως το περιοδικό με τίτλο Η Συνέχεια, που κυκλοφόρησε για λίγους μήνες το 1973 όταν είχαν χαλαρώσει κάπως τα μέτρα λογοκρισίας, αποτελεί με τον τίτλο της, κατά τον Δ.Ν. Μαρωνίτη, μια λοξή ματιά προς τον ποιητή που έγραψε ποιητικές συλλογές με τον ίδιον τίτλο.

Αξίζει να σχολιάσω τη στάση που κράτησε απέναντι στον ποιητή και το έργο του η κριτική της Αριστεράς έως περίπου τα τέλη της δεκαετίας του 1950. Ο Ξενοφών Κοκόλης έχει δημοσιεύσει ένα πολύ ενδιαφέρον μελέτημα με τίτλο «Η ποίηση του Αναγνωστάκη και η ‘‘αριστερή’’ κριτική, Τέσσερα παλαιότερα παραδείγματα», όπου καταγράφει τις έντονες, μέχρι και απορριπτικές  αντιρρήσεις πολύ γνωστών κριτικών σε αριστερά έντυπα. Είναι ευνόητες αυτές οι αντιδράσεις  απέναντι σ’ έναν ποιητή ο οποίος είχε πολύ έγκαιρα απομακρυνθεί από την κομματική ορθοδοξία, που σχολίασε καυστικά την επίσημη στάση της τότε Σοβιετικής Ένωσης στην υπόθεση απονομής του βραβείου Νόμπελ στον Μπόρις Πάστερνακ, που εύρισκε πολύ ενδιαφέροντα τον υπερρεαλισμό και την Αμοργό του Νίκου Γκάτσου, που κατακεραύνωσε την με κομματικά κριτήρια οργανωμένη ποιητική Ανθολογία των Αυγέρη-Ρώτα-Παπαϊωάννου-Σταύρου, και που δεν  δίσταζε να εκφράζει κάθε τόσο τις προσωπικές του απόψεις. Αλλά και η γενικότερη κριτική σταδιακά δέχτηκε την ποίησή του. Τα πρώτα αυτοτελή βιβλία για το έργο του άρχισαν να εμφανίζονται δειλά μετά το 1974ꞏ η πρώτη μετάφραση ποιημάτων σε βιβλίο κυκλοφόρησε μόλις το 1980 στις Ηνωμένες Πολιτείες, για να ακολουθήσουν έως το 2000 αλλεπάλληλες εκδόσεις στις κύριες  ευρωπαϊκές γλώσσες. Από μιαν άλλην άποψη, Η Συνέχεια 3 του 1962 είναι η μοναδική έως τότε συλλογή του που απέσπασε τουλάχιστον είκοσι κριτικά σημειώματα, κατά κανόνα εγκωμιαστικά. Σε ανάλογο αριθμό κριτικών κινήθηκαν αργότερα η ανθολογία Χαμηλή Φωνή και το ΥΓ.
Ξαναδιαβάζοντας στις μέρες μας την ποίησή του, διαπιστώνουμε ότι ο ομφάλιος λώρος που συνδέει το σύνολο της προσφοράς του με τα τραγικά γεγονότα των χρόνων εκείνων παραμένει σχεδόν δυσδιάκριτος· η ποίησή του  αποπνέει την πίκρα, την απογοήτευση  και τη γεύση  ανεκπλήρωτων προσδοκιών μιας ολόκληρης γενιάς, αλλά δεν είναι στενά και αποκλειστικά στρατευμένη στην ιδεολογία της εποχής που τη γέννησε· δεν εκτονώνεται με κραυγές και συνθήματα, όπως συμβαίνει με την ποίηση πολλών άλλων ποιητών της ίδιας εποχής. Η ατμόσφαιρα της ποίησής του είναι αυτοδύναμη· μπορεί να την γευτεί και να την εισπράξει ως αυτοδύναμη ακόμη και ο σημερινός αναγνώστης που δεν έζησε όλα όσα σημάδεψαν τον ποιητή και το έργο του. Τα τραυματισμένα συναισθήματα και τις εξίσου τραυματικές εμπειρίες  που εκφράζει  τα συμμερίζεται ο οποιοσδήποτε αναγνώστης· ο τόνος και η εμβέλεια της φωνής του δεν εγκλωβίζονται σε ιδιωτικό επίπεδο. Τα ονόματα των προσώπων, για να φέρω μερικά παραδείγματα, τα τοπωνύμια, όπως και οι ονομασίες δρόμων που εμφανίζονται σε αρκετούς στίχους του μπορεί να παραπέμπουν αμέσως ή εμμέσως σε συγκεκριμένους ανθρώπους και σε δεδομένα περιστατικά, αλλά δεν αποτελούν στοιχεία μιας απροσπέλαστης, δύσβατης προσωπικής μυθολογίας. Αντιθέτως, ανταποκρίνονται στην καθημερινή ζωή τού σύγχρονου αναγνώστη.  Σ’ αυτήν ακριβώς την ποιητική ανταπόκριση  βρίσκονται τα σπέρματα της διάρκειας και ο διαχρονικός χαρακτήρας της ποίησής του.
Θα τελειώσω με έναν μάλλον απροσδόκητο παραλληλισμό που έχει επισημανθεί και από άλλους. Η ήρεμη, χωρίς σχήματα λόγου, χωρίς παρομοιώσεις, χωρίς κραυγές εκφορά του Αναγνωστάκη τον φέρνει πολύ κοντά στον τόνο της φωνής του Γιώργου Σεφέρη. Και οι δύο, εξ άλλου, διαθέτουν μια έντονη σατιρική φλέβα και, επιπλέον, αμφότεροι υπέκυψαν, έστω πολύ αργά,  στη γοητεία του Κ.Π. Καβάφη, γράφοντας ποιήματα με τον τρόπο του Αλεξανδρινού.  Οι συχνά δύσθυμες σχέσεις και των δύο απέναντι στον Καβάφη αποτελούν ξεχωριστό κεφάλαιο μιας άλλης ομιλίας. Άφησα απ’ έξω τον κριτικό και σατιρικό Αναγνωστάκη, θέματα που θα μας πήγαιναν πολύ μακριά.
Σας ευχαριστώ πολύ για την προσοχή σας.

 

Κύλιση στην κορυφή